τα εν οίκω... εν δήμω
Επικοινωνία: peramahalas@gmail.com

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διδακτικές ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διδακτικές ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 22 Μαρτίου 2016

Χικμέτ: Παραμύθι στο γιο μου


Ένα αλληγορικό παραμύθι για την πίστη, τη γνώση και την ανθρωπιά, από τον μεγάλο τούρκο ποιητή.

 ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ, γιε μου, μια χρονιά απ’ όλες τις χρονιές, σε μια χώρα, ζούσε ένας άνθρωπος με άσπρα γένια που ήξερε πολλά, πιο πολλά από την καλοσύνη που ‘χε στην ψυχή του, και η καλοσύνη της ψυχής του ήτανε πιο πλατιά από τη γνώση του.

Σ’ ΑΥΤΗΝ ΤΗ ΧΩΡΑ, ΛΟΙΠΟΝ, γιε μου, που ζούσε ο άνθρωπος με την άσπρη γενειάδα, στην πιο μεγάλη πόλη είχανε στήσει ένα άγαλμα. Το άγαλμα που λέμε είχε μάτια αστραφτερά φτιασμένα από πέτρες πολύτιμες, τα μαλλιά του από ατόφιο ασήμι, η κορμοστασιά του από απείραγο χρυσάφι και το μπόι του ίσια με δυο χιλιάδων ανθρώπων.

Τρίτη 15 Μαρτίου 2016

Η στιγμή της απόσυρσης

Απομακρύνομαι για να μείνω λίγο με τον εαυτό μου ή για να πάω πάλι από την αρχή.

Ας πάρουμε ένα κλασικό παράδειγμα: τον ζωγράφο με τον πίνακά του.

Ο ζωγράφος στέκεται λίγα λεπτά μπροστά στο τελάρο πριν ακόμη αρχίσει να ζωγραφίζει. Αισθάνεται την πρόκληση που τον δημιουργεί η λευκότητα του τελάρου. Αντιλαμβάνεται το κενό που έχει απέναντι του και νιώθει την ευθύνη ότι κάτι πρέπει να κάνει μ’ αυτό που υπάρχει εκεί μπροστά στα μάτια του. Ο καλλιτέχνης δέχεται, σαν να μη μπορεί να κάνει αλλιώς, έναν καταιγισμό συναισθημάτων. Αρχίζει να αισθάνεται διάφορα πράγματα μπροστά σ’ αυτό το λευκό τελάρο, μαζί με την επιθυμία να ζωγραφίσει. Και τότε, κάνει μια κίνηση. Αρπάζει ένα πινέλο, λίγη μπογιά και μια σπάτουλα, πλησιάζει το τελάρο και ζωγραφίζει κάτι. Αυτό αποτελεί τη μετουσίωση του συναισθήματος που ένιωθε.

Αφού βάλει μερικές πινελιές, ο ζωγράφος σταματάει. Κάνει δυο-τρία βήματα πίσω και κοιτάζει.

Αυτή είναι η στιγμή που ονομάσαμε «της απόσυρσης».

Πέμπτη 10 Μαρτίου 2016

Μια ιστορία αληθινή, αφιερωμένη στην αγάπη της μάνας προς τα παιδιά…


Η ιστορία αυτή έκανε χιλιάδες μάτια να δακρύσουν…Μια ιστορία αληθινή, αφιερωμένη στην αγάπη της μάνας προς τα παιδιά….

Η μητέρα του Γιάννη είχε μόνο ένα μάτι, ήταν μια γυναίκα ηλικιωμένη και καταπονημένη από την ζωή. Ο Γιάννης ντρεπόταν γι’ αυτήν κι ώρες ώρες την μισούσε. Η δουλειά της ήταν μαγείρισσα στην φοιτητική λέσχη. Μαγείρευε για τους φοιτητές και τους καθηγητές για να βγάζει τα έξοδά τους.

Δεν ήθελε να του μιλάει για να μην μαθαίνουν ότι είναι παιδί μιας μητέρας καθαρίστριας με ένα μάτι. Οι φοιτήτριες έφευγαν γρήγορα, όποτε την έβλεπαν να βγαίνει για λίγο από την κουζίνα κι έλεγαν πως δεν άντεχαν το θέαμα και πως τους προκαλούσε μια ανυπόφορη ανατριχίλα.

Μα από μικρός είχε πρόβλημα με την εικόνα της μητέρας του.

Μια μέρα όταν ακόμη πήγαινε στο δημοτικό, πέρασε η μητέρα του στο διάλειμμα να του πει ένα γεια.

Τετάρτη 9 Μαρτίου 2016

Ο θυρωρός του πορνείου

Ήμουν στη μέση των σπουδών μου και, όπως πολλοί άλλοι φοιτητές, άρχιζα να αμφιβάλλω για την απόφασή μου να σπουδάσω. Μίλησα γιʼ αυτό με τον ψυχοθεραπευτή μου. Καταλάβαινα ότι πίεζα τον εαυτό μου και ζοριζόμουν για να συνεχίσω τις σπουδές μου.

«Αυτό είναι πρόβλημα» , είπε ο Χοντρός. «Όσο συνεχίζεις να πιστεύεις ότι πρέπει να σπουδάσεις για να πάρεις πτυχίο δεν υπάρχει περίπτωση να το απολαύσεις. Και όσο δεν απαιτείς λίγη ικανοποίηση, ορισμένες πλευρές της προσωπικότητάς σου παίζουν άσχημα παιχνίδια.

Ο Χόρχε επαναλάμβανε μέχρι αηδίας ότι δεν πίστευε στον καταναγκασμό. Έλεγε ότι τίποτα χρήσιμο δεν κατορθώνεται με το ζόρι. Ωστόσο, σε αυτή την περίπτωση, νομίζω έκανε λάθος. Ή, ίσως να ήμουν η εξαίρεση που επιβεβαίωνε τον κανόνα.

Δευτέρα 29 Φεβρουαρίου 2016

Ένας άνθρωπος απλός και συνηθισμένος

Ακολουθεί μια εξαιρετική ιστορία του Χόρχε Μπουκάι

Ήταν μια φορά κι έναν καιρό ένας κύριος που ζούσε σύμφωνα με αυτό που ήταν: ένας άνθρωπος απλός και συνηθισμένος.

Μια ωραία πρωία, μυστηριωδώς, παρατήρησε ότι ο κόσμος άρχιζε να τον κολακεύει λέγοντάς του πόσο ψηλός ήταν:

“Τι ψηλός που είσαι!”

“Πόσο έχεις μεγαλώσει!”

“Ζηλεύω το ύψος σου…”

Στην αρχή αυτό τον εξέπληξε, οπότε, για μερικές μέρες, πρόσεξε ότι κοίταζε λοξά τον εαυτό του περνώντας από τις βιτρίνες των μαγαζιών και τους καθρέπτες των λεωφορείων.

Αλλά έβλεπε τον εαυτό του ίδιο – ούτε ψηλό ούτε πολύ κοντό….

Πέμπτη 25 Φεβρουαρίου 2016

Το Φίδι και η Πυγολαμπίδα


Ο Ισπανός ψυχολόγος και ψυχίατρος Ενρίκε Ρόχας αναφέρει πως «όσοι νιώθουν ότι αποτελούν αντικείμενο του φθόνου συναδέλφων, συμμαθητών, γειτόνων, φίλων, ακόμα και συγγενών, πρέπει να ξέρουν πως το πιο σημαντικό είναι να προφυλάσσονται, να μην εκτίθενται σε καταστάσεις που προκαλούν και οξύνουν αυτό το συναίσθημα».

Για το τόσο ανθρώπινο ελάττωμα του φθόνου, μια παραδοσιακή αλληγορική ιστορία αναφέρει:

Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2016

Ο σκορπιός

Ένας μοναχός ζεν, διαλογιζόμενος στις όχθες ενός ρέματος, είδε ένα σκορπιό που είχε πέσει μέσα στο νερό και αποφάσισε να τον σώσει.

Όταν τον έπιασε, ο σκορπιός τον τσίμπησε.

Εξ αιτίας του πόνου, ο μοναχός άφησε πάλι τον σκορπιό ο οποίος έπεσε πάλι μέσα στο νερό.

Ο μοναχός προσπάθησε πάλι να τον βγάλει από το νερό αλλά ο σκορπιός τον τσίμπησε ξανά.

Ένας μαθητής που ήταν εκεί, πλησίασε τον μοναχό και τον ρώτησε:

«Με συγχωρείς δάσκαλε, κάθε φορά που προσπαθείτε να σώσετε τον σκορπιό, εκείνος σας τσιμπάει, γιατί συνεχίζετε;»

Ο μοναχός απάντησε:

Τρίτη 16 Φεβρουαρίου 2016

Το σοφό παιδί


ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ, ΕΝΑΣ ΤΑΞΙΔΙΩΤΗΣ ΠΟΥ ΕΙΧΕ ΧΑΣΕΙ το δρόμο του διέκρινε ένα αμυδρό φως μέσα στα ανεμοδαρμένα σκοτάδια. Ευχαρίστησε το Θεό. Ήτανε μια καλύβα. Σκούπισε τα πόδια του στο κατώφλι, χτύπησε την πόρτα και άκουσε από μέσα:

— Περάστε! Ανοιχτά είναι!

Έσπρωξε το φύλλο της πόρτας. Μαζί του εισχώρησε και ένα κύμα παγωμένου αέρα στην καπνισμένη κάμαρα. Μέσα δεν ήταν παρά μοναχά ένας ηλικιωμένος άνθρωπος δίπλα σε μια κούνια. Πάνω σε μια πυροστιά στο τζάκι έβραζε μια χύτρα.

— Καλωσόρισες, μουρμούρισε ο γεράκος. Μην κάνεις θόρυβο, το παιδί μου κοιμάται.

Ο ταξιδιώτης πήγε μπρος στο τζάκι να βγάλει από πάνω του το χιόνι. Και τότε, πίσω από το πέπλο της κούνιας άκουσε αυτά τα περίεργα λόγια:

Τρίτη 9 Φεβρουαρίου 2016

Το χαλί που το πατούσαν όλοι

Της Νίκης Ορφανουδάκη

Ένα παραμύθι για τα προσωπικά όρια..

Μια φορά κι έναν καιρό στα βάθη της Περσίας ήταν το πιο όμορφο, το πιο πολύτιμο, το πιο ακριβό και ξεχωριστό χαλί του κόσμου. Το διακοσμούσαν παραστάσεις που περιέγραφαν τη χαρά της ζωής και ήταν κατασκευασμένο από μετάξι και ίνες από χρυσό και ασήμι. Ο ιδιοκτήτης του, ένας έμπορος χαλιών, ήταν τόσο περήφανος για το απόκτημά του, που αντί να το κρεμάσει, όπως και όλα τα άλλα χαλιά, το έστρωσε στην είσοδο, για να το καμαρώνει ο ίδιος αλλά και για να είναι το πρώτο πράγμα που θα έβλεπε ο κάθε πελάτης την ώρα που θα έμπαινε στο μαγαζί του.

Έτσι η φήμη για την ομορφιά του χαλιού εξαπλώθηκε στα πέρατα της οικουμένης και χιλιάδες κόσμου συνέρρεαν στο κατάστημα, για να θαυμάσουν αυτό το μοναδικό χαλί. Ο έμπορος ούτε για μια στιγμή δε διανοήθηκε να το πουλήσει, όμως κατάφερε να πουλήσει αμέτρητα χαλιά σε πολύ ακριβές τιμές. Η προσφορά λοιπόν του χαλιού μας ήταν τεράστια. Ένιωθε να το πλημμυρίζει η ευτυχία, γιατί έκανε πάμπλουτο και τον ιδιοκτήτη του και την οικογένειά του, έκανε όμως χαρούμενους και χιλιάδες ανθρώπους, που θαυμάζοντας ένα τέτοιο σπάνιο αντικείμενο τέχνης γέμιζαν τα μάτια τους και τις ψυχές τους με απίστευτη ομορφιά.

Τρίτη 2 Φεβρουαρίου 2016

Η κουφή σύζυγος

Άμεσως μόλις κάθισα άρχισα να μιλώ. Εκείνη τη μέρα είχα πολύ ξεκάθαρο σε τι ήθελα να δουλέψουμε: πάνω στους καβγάδες με την κοπελιά μου.

«Νομίζω ότι η Γκαμπριέλα έχει σαλτάρει.»

«Τι έχει κάνει, είπες;»

«Είναι σαλταρισμένη... Χάνει λάδια... Είναι βαρεμένη...»

«Γιατί;»

«Έχουμε μια εβδομάδα που συζητάμε για τις διακοπές. Η Γκαμπριέλα θέλει να περάσουμε όλο το μήνα στην Ουρουγουάη με τους γονείς της, που μας έχουν προσκαλέσει. Κι εγώ θέλω να πάω, όμως, θα προτιμούσα να περάσω τις διακοπές μου στην Αργεντινή με μια παρέα φίλων. Ξέρω ότι κι εκείνη θα περάσει καλύτερα στην Αργεντινή, όμως, της έχει κολλήσει η Ουρουγουάη. Και κάτι που με βγάζει από τα ρούχα μου είναι όταν η Γκαμπριέλα πεισμώνει. Όσο τη βλέπω έτσι, τόσο κι εγώ πεισμώνω. Ώσπου, φτάνει μια στιγμή που δεν μπορώ να κουβεντιάσω πια μαζί της γιατί έχω την αίσθηση ότι είναι αδύνατον ν' ανοίξει το μυαλό της και να ακούσει άλλη γνώμη.»

Τρίτη 26 Ιανουαρίου 2016

Το ελεύθερο πουλί και οι αναμνήσεις

Μια φορά και έναν καιρό υπήρχε ένα ελεύθερο πουλί. Πετούσε στον ουρανό και ζούσε πιάνοντας σκουλήκια, κολυμπούσε τα καλοκαίρια και ήταν όπως όλα τα άλλα πουλιά.

Αλλά είχε μια συνήθεια: κάθε φορά που κάτι συνέβαινε στη ζωή του, είτε καλό είτε κακό, το πουλί σήκωνε και μια μικρή πέτρα από το έδαφος. Κάθε μέρα καθόταν και έβλεπε τα πετραδάκια, γελούσε με τις όμορφες στιγμές, έκλαιγε για τις κακές στιγμές. Κουβαλούσε τα πετραδάκια πάντα μαζί του, είτε πετούσε στον ουρανό, είτε περπατούσε στη γη, δεν τα άφηνε ποτέ και πουθενά.

Με τον καιρό το πουλί που πετούσε ελεύθερα, δεν μπορούσε πλέον ούτε να περπατήσει σωστά στη γη, ήταν αδύνατο να μετακινηθεί από μόνο του. Δεν μπορούσε ούτε να κυνηγήσει πλέον. Μόνο η βροχή το ξεδιψούσε. Παρόλες τις δυσκολίες, το πουλί πρόσεχε σαν τα μάτια του όλα τα πετραδάκια του, τις ανεκτίμητες αναμνήσεις του.

Δευτέρα 25 Ιανουαρίου 2016

Μια μικρή αληθινή ιστορία

Ο Μαρκ είχε γεννηθεί µε µία πολύ βαριά ασθένεια του ανοσοποιητικού συστήµατος। Ένα σύνδροµο ανεπάρκειας της άµυνας του οργανισµού, που κάποια γενετική αλλοίωση του είχε φορτώσει για πάντα। Τα παιδιά που γεννιούνται µε αυτή τη βαριά ανωµαλία -πολύ σπάνια ευτυχώς- έχουν πολύ λίγες πιθανότητες επιβίωσης, ή τουλάχιστον είχαν όταν ο Μαρκ ήρθε στον κόσµο. Δεδοµένης της ανικανότητας να παραχθούν αντισώµατα, οποιαδήποτε µόλυνση µπορούσε να τον αποτελειώσει σε λίγες εβδοµάδες, όσο συνηθισµένη κι αν ήταν για έναν κανονικό άνθρωπο. Η µόνη λύση ήταν να δηµιουργηθεί γύρω του ένα αποστειρωµένο περιβάλλον, όπου ο Μαρκ θα µπορούσε να ζει ελπίζοντας πως η επιστήµη θα ανακάλυπτε µια άλλη λύση για το ανοσοποιητικό του πρόβληµα.

Γιος ενός αυστηρού και εργατικού αγροτικού γιατρού και µιας δασκάλας, ο Μαρκ είχε την ευκαιρία να επιβιώσει τα πρώτα χρόνια της παιδικής του ηλικίας χάρη στις οικονοµικές προσπάθειες των γονιών του, χάρη στο δικό του θάρρος και κυρίως, χάρη στη σχεδόν αποκλειστική αφοσίωση της µητέρας του.

Ένα όμορφο και διδακτικό τεστ

Κατά το δεύτερο μήνα των σπουδών μου στο πανεπιστήμιο, ο καθηγητής μας έδωσε ένα ξαφνικό τεστ με ερωτήσεις. Ήμουν καλός φοιτητής και δεν είχα δυσκολευτεί ποτέ, μέχρι που διάβασα την τελευταία ερώτηση:

- Ποιο είναι το μικρό όνομα της γυναίκας που καθαρίζει το σχολείο μας;

Σίγουρα αυτό είναι ένα είδους αστείο, σκέφτηκα. Είχα δει την καθαρίστρια πολλές φορές. Ήταν ψηλή, με μαύρα μαλλιά και γύρω στα πενήντα. Μα, πώς να ήξερα το όνομά της;

Παρέδωσα το γραπτό μου, αφήνοντας την τελευταίο ερώτημα αναπάντητο.

Λίγο πριν τελειώσει το μάθημα, ένας φοιτητής ρώτησε εάν το τελευταίο ερώτημα θα μετρήσει στον βαθμό.

Παρασκευή 22 Ιανουαρίου 2016

ΟΤΙ ΣΠΕΙΡΕΙΣ ΘΑ ΘΕΡΙΣΕΙΣ...

Ένας αυτοκράτορας στην Άπω Ανατολή, γερνούσε και καταλάβαινε ότι έφτασε η ώρα να διαλέξει το διάδοχό του. Αντί να διαλέξει έναν από τους βοηθούς του ή έναν από τα παιδιά του, αποφάσισε να κάνει κάτι διαφορετικό. Προσκάλεσε μια μέρα πολλούς νέους του βασιλείου του και τους είπε. "Έφτασε η ώρα μου να παραιτηθώ και να διαλέξω τον επόμενο αυτοκράτορα. Έχω αποφασίσει να διαλέξω έναν από σας".

Οι νέοι ξαφνιάστηκαν! Αλλά ο αυτοκράτορας συνέχισε. "Θα δώσω σήμερα στον καθένα σας ένα σπόρο, έναν πολύ ειδικό σπόρο. Θέλω να τον φυτέψετε, να τον ποτίζετε και να ξαναρθείτε εδώ μετά ένα χρόνο από σήμερα με ό,τι έχει φυτρώσει απ' αυτόν τον ένα σπόρο. Εγώ θα κρίνω τότε τα φυτά που θα φέρετε κι αυτός, το φυτό του οποίου θα διαλέξω, θα είναι ο επόμενος αυτοκράτορας!"

Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2016

Η ζωή είναι επέκταση, είναι ανάπτυξη, είναι άνοιγμα


Απόσπασμα από το βιβλίο του Χόρχε Μπουκάι «Ο δρόμος της πνευματικότητας», Εκδ. Opera

«Αφού μίλησε σχεδόν μία ώρα, ο Κρισναμούρτι είπε ότι είχε φτάσει η στιγμή των ερωτήσεων.

«Χθες» λέει αμέσως, «με ρώτησε κάποιος μετά τη συζήτησή μας πώς θα όριζα τη ζωή. Είναι εδώ αυτός ο κύριος;»

«Ναι, δάσκαλε» ακούγεται κάποιος από το βάθος της αίθουσας.

«Δεν είμαι εγώ ο δάσκαλός σου» απαντάει ο Κρισναμούρτι. «Ο δάσκαλός σου είναι μέσα σου… Χθες, σου ζήτησα να μου φέρεις δύο ρεβίθια, δύο φακές ή δύο φασόλια, για να μπορέσω ν’ απαντήσω σήμερα στην ερώτησή σου. Τα έφερες;»

«Βέβαια, εδώ τα έχω» λέει ο άνδρας.

Ένας κύριος γύρω στα σαράντα προχωράει μέσα απ’ το πλήθος και δίνει στον Κρισναμούρτι δύο άσπρα φασόλια, τα οποία ο ομιλητής παίρνει και κλείνει σφιχτά από ένα σε κάθε γροθιά.

«Την απάντηση θα την αφήσω για το τέλος» προσθέτει.

Πέμπτη 17 Δεκεμβρίου 2015

Το διαμάντι

Αφού έφτασε στην άκρη του χωριού, ο μοναχός κάθισε κάτω από ένα δέντρο για να ξεκουραστεί τη νύχτα όταν ξαφνικά ένας χωρικός ήρθε τρέχοντας προς το μέρος του.

«Δώσε μου τον πολύτιμο λίθο!», του φώναξε.

«Ποιόν λίθο;», ρώτησε ο μοναχός.

«Χθες το βράδυ», του απάντησε ο χωρικός, «ένας άγγελος εμφανίστηκε στο όνειρό μου. Μου είπε ότι αν πάω στην άκρη του χωριού το σούρουπο, θα βρω έναν άντρα κάτω από το δέντρο. Αυτός θα μου δώσει έναν πολύτιμο λίθο που θα με κάνει πλούσιο για πάντα». Ο μοναχός έψαξε στο σακίδιό του και έβγαλε έναν λίθο. «Ο άγγελος κατά πάσα πιθανότητα εννοούσε αυτό εδώ», είπε δίνοντάς τον στον χωρικό.

«Τον βρήκα πριν από λίγες ημέρες σε ένα δάσος. Πάρτον, είναι δικός σου».

Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2015

Τι Σημαίνει Στ’ Αλήθεια Να Είσαι Φτωχός…


Ένας πατέρας με οικονομική άνεση, θέλοντας να διδάξει στο γιο του τι σημαίνει φτώχεια, τον πήρε μαζί του για να περάσουν λίγες μέρες στο χωριό, σε μία οικογένεια που ζούσε στο βουνό.

Πέρασαν τρεις μέρες και δυο νύχτες στην αγροικία. Καθώς επέστρεφαν στο σπίτι, μέσα στο αυτοκίνητο, ο πατέρας ρώτησε το γιο του:

“Πως σου φάνηκε η εμπειρία;”
“Ωραία” απάντησε ο γιος με το βλέμμα καρφωμένο στο κενό.
“Και τι έμαθες;” συνέχισε με επιμονή ο πατέρας.

Ο γιος απάντησε:

– Εμείς έχουμε ένα σκύλο, ενώ αυτοί τέσσερις…

Τετάρτη 9 Δεκεμβρίου 2015

Κάποιες φορές, ζωή είναι να παρατάς αυτό που κάποτε σ’ έσωσε.


Ήταν μια φορά ένας ορειβάτης και επιχειρούσε μια πολύ δύ­σκολη αναρρίχηση σε ένα βουνό με έντονη χιονόπτωση. Πέρα­σε τη νύχτα μαζί με άλλους στο καταφύγιο. Το πρωί το χιόνι έχει σκεπάσει για τα καλά το βουνό, πράγμα που κάνει την αναρρίχηση ακόμη πιο δύσκολη. Δεν θέλει, όμως, να γυρίσει πίσω, κι έτσι, όπως μπορεί, με μεγάλη προσπάθεια και θάρ­ρος, συνεχίζει την αναρρίχηση, συνεχίζει να σκαρφαλώνει στο απόκρημνο βουνό.

Μέχρι που κάποια στιγμή, ίσως από κακό υπολογισμό, ίσως γιατί η κατάσταση ήταν πραγματικά δύσκο­λη, πάει να στερεώσει στον πάσσαλο το σχοινί ασφαλείας και του γλιστράει ο γάντζος. Ο ορειβάτης γκρεμίζεται... αρχίζει να κατρακυλάει στο βουνό χτυπώντας άγρια στα βράχια ενώ το χιόνι πέφτει πυκνό...

Τρίτη 8 Δεκεμβρίου 2015

H Pontiac και το παγωτό !

Η ιστορία μας* λοιπόν, συνέβη μεταξύ ενός πελάτη της General Motors και της Customer-Care Executive υπηρεσίας της, όταν το τμήμα της Pontiac της General Motors έλαβε το εξής παράπονο από αυτόν:

"Αυτή είναι η δεύτερη φορά που σας γράφω, και δεν σας κατηγορώ που δεν μου απαντήσατε, γιατί ακούγεται τρελό, αλλά οφείλω να σας επισημάνω και πάλι τα παρακάτω:

Eίναι γεγονός ότι έχουμε παράδοση στην οικογένειά μας, να τρώμε παγωτό για επιδόρπιο μετά το δείπνο κάθε βράδυ. Αλλά επειδή το είδος του παγωτού που τρώμε διαφέρει κάθε βράδυ καθώς μετά το δείπνο η οικογένεια μου ψηφίζει σχετικά με το τι γεύση θα επιλέξουμε, κατόπιν εγώ με το αυτοκίνητο μου πηγαίνω στο πλησιέστερο παγωτατζίδικο να το αγοράσω.

Είναι επίσης γεγονός ότι πρόσφατα αγόρασα ένα νέο Pontiac και από τότε οι ΄΄επισκέψεις΄΄ μου στο παγωτατζίδικο, μου έχουν δημιουργήσει το εξής πρόβλημα. Συγκεκριμένα, κάθε φορά που αγοράζω παγωτό βανίλια, όταν γυρνώ στο αυτοκίνητό μου μετά την αγορά, αυτό δεν παίρνει μπροστά !

Τρίτη 1 Δεκεμβρίου 2015

Ένα ποντίκι που χαρίζει ελευθερία

Ο Διογένης από τη Σινώπη, γύρω στο 380 π.Χ., στην Αθήνα...

Στην αρχή δεν ένιωσε τίποτα, μέσα στη σύγχυση του ξυπνήματος. Μόνο το λήθαργο που προκαλεί η κούραση, σαν να είχε φτάσει το πρωί χωρίς να έχει κοιμηθεί.

Λίγες ώρες ανήσυχου ύπνου δεν ήταν αρκετές, για να τον ξεκουράσουν. Δεν κατάλαβε, άλλωστε, αμέσως που βρισκόταν. Είχε πονοκέφαλο, τα μάτια του ήταν πρησμένα. Ξαφνικά, όλα του ξανάρθαν στο νου: η ζέστη του αχυρώνα τον κυρίευσε, τα τσιμπήματα από τα κουνούπια και από το σανό, το βάσανο της πείνας, ο φόβος μιας μακριάς μέρας μπροστά του, όπως χθες, χωρίς να έχει τίποτα να βάλει στο στόμα του.

Στο τέλος τέλος, όλα αυτά δεν ήταν τίποτα μπροστά στη διαπεραστική αγωνία που ξανάρχισε να του σουβλίζει το μυαλό. Τι κάνει; Τι θα έκανε; Πώς θα ζούσε; Με τι; Και με ποιο σκοπό; Σύμφωνα με ποια αρχή; Από τότε που αυτό εξορίστηκε, που έφτασε στην Αθήνα, έχουν περάσει... εδώ που τα λέμε πόσες μέρες είναι; Ήδη είκοσι μέρες, ίσως είκοσι δύο, να που η μνήμη του έχει θολώσει, δεν ξέρει τι πρέπει να γίνει. Βλέπει τη ζωή του να έχει φτάσει σε αδιέξοδο. Ο Διογένης έχει την εντύπωση ότι η ύπαρξή του είναι στάσιμη, σε εκκρεμότητα, χωρίς κίνηση. Σαν να χτυπούσε σ’ έναν αόρατο τοίχο, ένα τοίχωμα ανθεκτικό, λείο, χωρίς ρωγμές.