Γιάννης Μακριδάκης
Έχω πολύ έντονα την αίσθηση ότι βρισκόμαστε στην τελική σκηνή του έργου. Οι υπαίτιοι της καταστροφής της Ελλάδας, πιασμένοι χέρι χέρι για πρώτη φορά, την οδηγούν προς την τελική κατάρρευση, προς την οριστική εκποίηση, κάνοντας πως τσακώνονται κιόλας μεταξύ τους για το ποιος έφταιξε περισσότερο τότε, στο ξεκίνημά τους.
Δεν μπορεί να μην είναι τελευταία σκηνή όταν οι δυο χρόνιοι άσπονδοι εχθροί αλλά κατά βάθος δυο όψεις του ίδιου νομίσματος της αναξιοπρέπειας, βρίσκονται πλέον από κοινού κυβερνήτες.
Δεν μπορεί να μην είναι το τέλος όταν την Υγεία, τους ιατρούς, τους νοσοκόμους, όλους τους ανθρώπους του πόνου και της αφοσίωσης στον πονεμένο, τούς εκπροσωπεί ένας παλιάτσος του ναζισμού.
Δεν μπορεί να μην είναι τελική σκηνή όταν τον Πολιτισμό, τους συγγραφείς, τους σκηνοθέτες, τους ηθοποιούς, τους ανθρώπους της Τέχνης και του Λόγου, τους ποιητές, τους εκπροσωπεί ένας γλίτσας, ένας σάλιαγκας.
Δεν μπορεί να μην είναι το οριστικό τέλος του έργου όταν οι υιοί και οι θυγατέρες, απαίδευτα, αδαή ως προς τη ζωή, θλιβερά ανθρωπάκια, κατεστραμμένα από τους γονείς τους που κατέστρεψαν και τη χώρα, πιάνονται κι αυτά χέρι χέρι, όχι για να χορέψουν τισγκολελέτα στο διάλειμμα της εσώκλειστης θητείας τους στα κολέγια της αποβλάκωσης όπως θα τους άρμοζε, αλλά για να κυβερνήσουν και να αποτελειώσουν τη μπίζνα που λέγεται Ελλάδα.