τα εν οίκω... εν δήμω
Επικοινωνία: peramahalas@gmail.com

Σάββατο, 17 Μαΐου 2014

Λαδιάβα: Ένα ξεχασμένο χωριό της Χαλκιδικής


του Χρήστου Καραστέργιου*
Ο οικισμός της Αλαδιάβας, γνωστός και με τους τύπους «Ελαδιάβα», «Έλα Διάβα» και σύμφωνα με την ντοπιολαλιά «Λαδιάβα», ως χωριό και αργότερα ως συνοικία της Ιερισσού, έσβησε από τους χάρτες μόνο από το σεισμό του 1932. 
Με αυτόν καταστράφηκε το δομημένο περιβάλλον της Ιερισσού και έπαυσαν να υπάρχουν οι αδιάψευστες μαρτυρίες που πάντα μας δίνει… Ωστόσο παρά τις επιπτώσεις που είχαν νωρίτερα στην Αλαδιάβα άλλα καταστροφικά γεγονότα, όταν ακόμη βρίσκονταν σε άλλη θέση, την ύπαρξή της, τον πολιτισμό και το «πνεύμα του τόπου» διέσωσαν, εκτός από κάποιες καταχωνιασμένες γραπτές μαρτυρίες ιστοριογράφων και παλαιών περιηγητών, η λαϊκή παράδοση.

«Περνούσε» στους επίγονους των διάδοχων οικισμών μέσα από τα τραγούδια, τα παραμύθια, τα ήθη και έθιμα και ό, τι χαρακτήριζε πολιτισμικά τον γενέθλιο τόπο. Ευτυχώς που οι πολιτισμικές, άλλωστε, αξίες μένουν αλώβητες στο χρόνο. 

«Απ’ όλα τα κορίτσια
Μεσά στην Ιερισσό
Έχει κι η Λαδιάβα
Ενά γνωμιτικό»
Ήταν η προγιαγιά μου, η Βασίλω Πλιάκου.

Η περιοχή της Ιερισσού φιλοξένησε στην ιστορική της πορεία από την αρχαιότητα έως σήμερα πλήθος οικισμών, πόλεων και χωριών που διέγραψαν άλλοτε βραχύχρονο και άλλοτε μακροχρόνιο βίο έως ότου εξαφανιστούν. Αυτό συντελέστηκε από φυσικά αίτια (όπως τα μεταλλευτικά χωριά που στηριζόταν καθαρά στην απόδοση των μεταλλείων, π.χ η αρχαία Στρατονικεία, τα χωριά του Μετάλιν και του Ρουγκόβα στα Βυζαντινά χρόνια, τα Σιδηροκαύσια στα χρόνια της Τουρκοκρατίας κ.π.α) και άλλοτε ήταν προϊόν πολεμικών συγκρούσεων (όπως η αρχαία Σάνη ή το χωριό της Χωρούδας) και πειρατικών επιδρομών όπως το χωριό της Αλαδιάβας ή Λαδιάβας όπως το αποκαλούμε σήμερα και θα είναι το αντικείμενο της μελέτης μας.
 
 
Στη Βυζαντινή εποχή ανάμεσα στην πόλη- κάστρο του Ερισσού (Ιερισσού) και στα τότε σύνορα της Αθωνικής πολιτείας βρίσκουμε το χωριό της Κομίτισσας. Η παλιότερη γνωστή μαρτυρία για τον οικισμό αυτόν είναι το έτος 1047 σε ανέκδοτο έγγραφο την μονής Ιβήρων. Εντοπίστηκε 300 μέτρα νοτίως των ερειπίων του βυζαντινού ναού του Αγίου Νικολάου, που βρίσκεται στο μέσο του συνόρου του Αγίου όρους με το σημερινό νομό Χαλκιδικήςi. Το χωριό άνθισε μεταξύ 12ου και 15ου αιώνα και έσβησε τον 16ο αιώνα. Ανήκε στο κατεπανίκιο Άκρους που ταυτίζεται με το κατεπανίκιο Ιερισσού, «Έν τω αυτώ κατεπανικίω (Άκρους) εις το χωρίον την Κομήτισσαν...»ii.

Κατά μία άποψη ήταν ένα από τα χωριά που οι κάτοικοί τους δεν κατείχαν δικιά τους γη. Ως μια άλλη ανάλογη περίπτωση, πάλι κοντά στην Ιερισσό, αναφέρεται την περίοδο εκείνη το χωριό του Κοντογρίκου, στη περιοχή του Κάκαβου. 

Τον 15ο αιώνα μέρος, κατά πάσα πιθανότητα, των κατοίκων της Κομίτισσας εγκαθίσταται στην τοποθεσία της Αλαδιάβας, που τοποθετείται μεταξύ του μετοχιού Πυργούδια της μονής Ιβήρων και της εντοπισμένης, όπως παραπάνω, θέσης του οικισμού της Κομίτισσας. Ο Γάλλος φυσιοδίφης Pierre Belon du Mans, που περιόδευσε στην Ελλάδα από το 1546 έως το 1549, τοποθετεί τον οικισμό της Αλαδιάβας ανάμεσα στον Πρόβλακα (στα σημερινά Ν. Ρόδα) και στη Μεγάλη Βίγλα.iii

Από τους φορολογικούς καταλόγους (κατάστιχα) του τελευταίου τετάρτου του 15ου αιώνα μ.Χ. έως το τρίτο τέταρτο του 16ου παρακολουθούμε την παράλληλη οικονομική πορεία των δύο οικισμών και εμμέσως τα πληθυσμιακά μεγέθη τους:

 
Από το 1568 και μετέπειτα η Κομίτισσα δεν ξαναεμφανίζεται. Τα ως τότε δικά της κτηματικά όρια αναφέρονται πια ως όρια του χωριού της Αλαδιάβας, που αποτελεί και τον διάδοχο οικισμό της. Υπάρχει μάλιστα αναφορά από τον 15ο αιώνα, όπου η Αλαδιάβα αναφέρεται και ως νέα Κομίτισσα. Σε έγγραφα επίσης της μονής Χιλανδαρίου βρίσκουμε το 1569 να αναφέρεται ο οικισμός και ως «Παλαιοκομίτισσα», και το 1590 αναφέρεται ο «παλιάς Κομίτισσας πύργος»iv.
 
 
Η Αλαδιάβα από τον 16ο αιώνα ανήκε στο χάσι της Ιερισσού. Ως οικισμός, στη θέση που προαναφέραμε, γίνεται γνωστός από μια σειρά αθωνικών εγγράφων σχετικών με τα όρια των μετοχιών της μονής Ιβήρων, Χιλανδαρίου και Βατοπεδίου καθώς και από αγοραπωλησίες κτημάτων μεταξύ των μονών και των κατοίκων. Υπάρχει στο αρχείο της μονής Χιλανδαρίου έγγραφο με το οποίο οι κάτοικοί της πούλησαν, τον Μάρτιο του 1623, τόπο, κοντά στη περιοχή της αρχαίας μονής του Σκορπίου. Αλλά αντικείμενο ενδιαφέροντος για τους ερευνητές, για μια εργασία ονοματολογίας, παρουσιάζουν και τα ονόματα των Λαδιαβιτών που υπογράφουν το συμβόλαιο: Γεώργιος Κυριαζής, Γεώργιος Δούκας, Αθανάσης Γαλιανού, Δημήτρης Σοφιανού, Κώστας Θασίτης, Συρόπουλος Κυριαζής Άγγελος Μακρής, Σπαντωνή Μετάξω, Κανάκης Γεωργίου, Μόσχος Δούκας, Χριστοδούλη Σιμώνη, Φώτος Παπάς, Σιμώνης Ήροος, Στέριος Ρέπας κ.λπ.

Όπως προκύπτει από πολλές μαρτυρίες οι κάτοικοι της ασχολούνταν με την γεωργία, την κτηνοτροφία και κυρίως την αλιεία. Το 1594 βρίσκουμε πως δημιουργήθηκε πρόβλημα ανάμεσα στους μοναχούς της μονής Χιλανδαρίου και τα αδέλφια Κόμη (Komija) από την Αλαδιάβα, τον Δούκα, τον Συμεών, τον Λάζαρο, τον Κώστα και τον Αθανάσιο. Φαίνεται ότι είχαν ενοικιάσει ψαρότοπο Χιλανδαρινό στην Κομίτσα με την υποχρέωση να δίνουν 100 οκάδες το χρόνο ψάρια στη μονή. Τα αδέλφια για κάποιο λόγο καθυστέρησαν να ανταποκριθούν στην υποχρέωσή τους και το Ιεροδικείο στα Σιδηροκαύσια τους υποχρέωσε να σεβαστούν τα συμφωνημένα.
 

Η παρουσία της Αλαδιάβα στην περιοχή αυτή διακόπτεται απότομα γύρω στο 1700 από πειρατική επιδρομή του γνωστού για τη δράση του στη περιοχή Παρθένιου Τζεπέλη, «τούτο το χωρίον (την Αλαδιάβα) ο ήρωςv εκείνος Παρθένιος Τζεπέλης περί το 1700 έτος ερήμωσε».vi
 
Σύμφωνα με λαϊκή παράδοση, που καταγράφηκε με τη διήγηση γέροντα της Ιερισσού το καλοκαίρι του 2001, «ένας από τους πειρατές επισκέφθηκε το χωριό ως έμπορος, τάχα, από τη Λέσβο και αφού έμεινε σ’ αυτό μια μέρα, μάζεψε όσες πληροφορίες χρειαζόταν και ειδοποίησε τους δικούς του στο καράβι που βρίσκονταν ανοιχτά στο πέλαγος. Τις πρωινές ώρες της άλλης μέρας οι πειρατές κύκλωσαν το χωριό και το κούρσεψαν…».

Οι κάτοικοι της Ιερισσού διέσωσαν και γνώριζαν με ακρίβεια, τουλάχιστον μέχρι το 1913, το ιστορικό αυτό περιστατικό, όπως αποδεικνύει η διήγηση της γριάς Στεργιανώς στο “Μακεδονικόν Ημερολόγιον” με τίτλο “Οι Παυλοκαταραμένοι” του 1913. (Μακεδονικόν Ημερολόγιο 1913, σ. 122).

Μοναδικό εύρημα αυτής της ιστορίας αποτελεί και το ξεχασμένο σήμερα δημοτικό τραγούδι της Ιερισσού που καταγράφηκε το 1878 από τον δάσκαλο του χωριού Νικόλαο Βουλγαρελίδη και βρίσκεται σήμερα στα Γ.Α.Κ. Το μοιράζομαι πρώτη φορά μαζί σας.

ΤΟ ΚΟΥΡΣΕΜΑ ΤΗΣ ΛΑΔΙΑΒΑΣ

» Ότ’ ήρθε ο Φραγκονικολής με δέκα πέντε φράγγους
» και πάτησε την Ιερισσό, ’πήρε και την ’λιαδιάβα,
» ’που ’πήρε και τον Πανταζή, το πρώτο παλληκάρι·
» όλος ο κόσμος έκλαιγε, κι ολνοί τον ελυπούνταν
» μα ’σαν τον κλαίγει η μάννα του, μα ’σαν τον ελυπάται·
» σώπα, Μαρούδα μ’, και μη κλαίς και μη τον αλυπάσαι·
» όσω να πάμ’ να αράξωμεν σ’ ένα βαθύ λιμάνι
» να βγάλουν ναύταις για νερό κι κόπταις για τα ξύλα,
» να βγάλουν και τον Πανταζή το πρώτο παλληκάρι·
» να παραπαίξη το σπαθί, να παίξη το λιθάρι
» κι αν νικήσ’ ο Πανταζής πλειό μη τον καρτερής
» και αν δεν νικήσ’ ο Πανταζής πάλι δικό σου να ’ναι·
» σαράντα πόδια πάει μπροστά ’π’ όλα τα παλληκάρια·
» σαν τ’ άκουσεν η μάννα του πέφτει και πιζαλιέται·
» σταμνιά νερό την έχυναν οσού να έρθ’ ο νούς της·
» και δυό σταμνιά ροδόσταμο οσού να καλοέρθη.

Μετά το περιστατικό αυτό οι Λαδιαβίτες παίρνουν την απόφαση να μετοικίσουν στο πλησιέστερο χωριό, την Ιερισσό, που ήταν και το ασφαλέστερο. Έτσι η Αλαδιάβα στην τελευταία ιστορική φάση της και μέχρι το σεισμό του ’32, ήταν ενταγμένη στον πολεοδομικό ιστό της Ιερισσού, αποτελώντας βασική συνοικία στα ΒΑ του πυρήνα της. Εκτείνονταν στη ΒΔ πλευρά του κάστρου της.

Βλέποντας φωτογραφίες της συνοικίας της Λαδιάβας στο σεισμό του 1932 και πριν από αυτόν ο αρχιτέκτονας και συνεργάτης του περιοδικού Ιωάννης Αικατερινάρης σημειώνει: 
« Τα σπίτια της παλαιάς Ιερισσού και ιδιαίτερα της Αλαδιάβας ήταν τελείως διαφορετικά, ως προς την τυπολογία και την μορφολογία τους, απ' ό,τι τα αγροτικά σπίτια της υπόλοιπης Χαλκιδικής (πλην ενδεχομένως της Γαλάτιστας). Αυτό οφείλονταν κυρίως στο γεγονός ότι οι Λαδιαβίτες δεν είχαν τις γεωργοκτηνοτροφικές ενασχολήσεις των περισσοτέρων από τους άλλους κατοίκους της Χαλκιδικής, που διέθεταν ως επί το πλείστον δική τους γη. Έτσι έλειπαν από τα διώροφα συνήθως σπίτια τους τα χαγιάτια, οι ημιυπαίθριοι δηλαδή χώροι του ορόφου, που πέρα από τη διευκόλυνση της λειτουργικότητας των σπιτιών ήταν χρήσιμοι και για την επεξεργασία των προϊόντων που παρήγαγαν (ξέραναν τα καπνά, ξεφλούδιζαν τα φασόλια, επεξεργάζονταν τα μαλλιά κ.λπ.). Έλειπαν επίσης οι αντίστοιχοι ημιυπαίθριοι χώροι στο ισόγειο που χρησιμοποιούνταν για τον σταυλισμό των οικόσιτων ζώων και άλλες ανάλογες βοηθητικές χρήσεις.
Έτσι τα σπίτια της Αλαδιάβας -με περιορισμένους αύλειους χώρους- θα μπορούσε να πει κανείς ότι ήταν κυβόσχημα με στέγη ή αντιστοίχως με κάτοψη ορθογωνική (πλατυμέτωπα), των οποίων σχεδόν πάντα η μεγάλη όψη βρίσκονταν επί των ισοϋψών καμπυλών του κεκλιμένου εδάφους του οικισμού τους. Τα ανοίγματα (παράθυρα και πόρτες μπαλκονιών, όταν υπήρχαν) βρίσκονταν επί της πλευράς που εξασφάλιζε είτε το σωστό προσανατολισμό, είτε την καλή θέα. Πέρα όμως από αυτά υπήρχαν διαφορές και ως προς τις κατασκευαστικές λεπτομέρειες, που ως ένα βαθμό οφείλονταν στο γεγονός ότι λόγω της απόστασης χρησιμοποιούσαν -οι ντόπιοι κυρίως μάστορες- δομήσιμα υλικά από τη γύρω περιοχή (κοκκινόχωμα, ξύλα καστανιάς και δρυός κ.λπ.)». 

Πολλές σημερινές οικογένειες της Ιερισσού έλκουν την καταγωγή τους απ’ αυτή τη συνοικία. Ανάμεσά τους περιλαμβάνονται οι παρακάτω: Λαγόντζου, Λυμπίδα και Κασκέτη (προέρχονται από την ίδια οικογένεια), Ψέμμα, Καπετανοπούλου, Γατά, Τζίτζιου, Κουτσούπη, Τσιριγώτη, Τζιορτζάκα, Ζέκιου, Κόμνου, Χαλέβα, Κολοβογιάννη, Καραμσαλή, Καραμπατάκη, Στέλιαρου, Ματάκου, Τούμπελη, Μαλιάκα, Πλιάκου, Μπίκα, Ξιτσούδα, Παπαδήμου, Καραδήμου, Μπότα και Αναγνώστου. Λέγεται ότι ένας στους τέσσερις Ιερισσιώτες ήταν Λαδιαβίτηςvii

Η ενσωμάτωση, όμως, των νέων κατοίκων της Ιερισσού δεν ήταν και τόσο εύκολη υπόθεση, όπως άλλωστε συνέβη και σε πολλές άλλες αντίστοιχες περιπτώσεις της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Παροιμιώδεις έμειναν οι αντιδικίες των Λαδιαβιτών με τους παλαιότερους κατοίκους της κωμόπολης. Έφθασαν ακόμη και στο σημείο να μη γίνονται γάμοι μεταξύ τους...Οι κάτοικοι δηλαδή του ενιαίου πλέον οικισμού έγιναν κυριολεκτικά από δύο χωριά χωριάτες!

Οι αλληλοκατηγορίες ανάμεσα στους «νεοφερμένους» Λαδιαβίτες και τους «γηγενείς» Ιερισσιώτες έφθασαν σε μυθοπλασίες που διέσωσε η παράδοση των «Παυλοκαταραμένων»viii. Κατ’ αυτή όταν ο απόστολος Παύλος πέρασε από την αρχαία Άκανθο για να διδάξει το ευαγγέλιο, τον κυνήγησαν οι ειδωλολάτρες Λαδιαβίτες για να τον σκοτώσουν. Τι να κάνει ο άγιος, άρχισε να τρέχει και κρύφτηκε πίσω από μια αγελάδα. Όμως οι Λαδιαβίτες τον πήρανε χαμπάρι και για να σωθεί έκανε τον σταυρό του, έδωσε μια με το μπαστούνι του στο βράχο που ήταν μπροστά του και άνοιξε μια μεγάλη σπηλιά. Μπήκε ο άγιος μέσα και ένα υπόγειο ποτάμι τον πήγε στη χερσόνησο της Κασσάνδρας, όπου συνέχισε μετά το δρόμο του για τη Θεσσαλονίκη. Στην περιοχή της Κασσάνδρας, στη σημερινή Ν. Φώκια, υπάρχει αντίστοιχο σπήλαιο που και γι’ αυτό αφηγούνταν οι ντόπιοι σχεδόν την ίδια ιστορία.

Όμως σύμφωνα με το μύθο η αγελάδα δε τη γλύτωσε! Από τον εκνευρισμό τους οι Λαδιαβίτες τη σκότωσαν και την έφαγαν. Γι’ αυτό και ο άγιος τους καταράστηκε να μη μπορούν να φάνε αγελαδινό κρέας. Και ο μύθος συνεχίστηκε να ζει μέχρι και τις μέρες μας, καθώς σύμφωνα με «μαρτυρίες» υπάρχουν ακόμη Λαδιαβίτες που έχουν στομαχικές διαταραχές …όταν τρώνε αγελαδινό κρέας!

Φυσικά αυτή η ιστορία είναι προϊόν της αντίθεσης των δύο πληθυσμιακών ομάδων. Πιθανόν να ήτανε παλιότερη από την μετοίκιση των Λαδιαβιτών στην Ιερισσό και να τη προσάρμοσαν εξαιτίας της «αιώνιας» φιλονικίας μεταξύ των κατοίκων με διαφορετική προέλευση. 

Ουσιαστικά, λοιπόν, οι κάτοικοι της Ιερισσού αποτέλεσαν ένα ομοιογενή πληθυσμό μόλις μετά τον σεισμό του 1932!

Οι Λαδιαβίτες ασχολούνταν κυρίως με την αλιεία και θεωρούταν έμπειροι ναύτες. Ίσως γι’ αυτό το λόγο άφηναν τα κτήματά τους ακαλλιέργητα στο παλιό τους χωριό. Όπως φαίνεται περιήλθαν στη συνέχεια στην κοινότητα της Ιερισσού ως βοσκότοποι. Είναι οι γνωστοί γενικότερα στη Χαλκιδική ως κισλάδες (χειμερινοί και θερινοί).

Στα τέλη του 19ου αιώνα η μονή των Ιβήρων προέβαλε αξιώσεις στην περιοχή του ερημωμένου χωριού και, αμφισβητώντας την ύπαρξη του ειρημένου οικισμού, ενέταξε αυθαίρετα τα κτήματά του στο γειτονικό μετόχι της Πυργούδια.. Οι Ιερισσιώτες αντέδρασαν και ξεκίνησε ένας πόλεμος ή «επανάσταση» όπως την έλεγαν οι μοναχοί. Τα «γιενιοτραβήγματα», τα «μαλλιοτραβήγματα» και το ξύλο ήταν συχνά ανάμεσα σ’ αυτούς και τους χωρικούς. 

Πολλές φορές, μάλιστα, έφερναν οι μοναχοί, με δικά τους έξοδα, Τούρκους αστυνομικούς για να τους υπερασπίσουν από τους ντόπιους λαϊκούς. Σ’ ένα επεισόδιο Τουρκοαλβανοί (Γκέκηδες) αστυνομικοί σκότωσαν το γέρο Γιάννη Γιάχο. 

Μετά το τραγικό αυτό γεγονός οι Τούρκοι διοικητικοί υπάλληλοι απείλησαν ότι θα εξετάσουν, με ειδική επιτροπή, τα δίκαια του μοναστηριού και θα φέρουν μουσουλμάνους από τη Βοσνία για να εποικίσουν τα διεκδικούμενα εδάφη του μετοχιού, ώστε μ’ αυτό τον τρόπο να μπει φραγμός στις μεταξύ τους έριδες. Τότε οι μοναχοί θορυβήθηκαν και ζήτησαν συμβιβασμό που οι Ιερισσιώτες δε τον δέχθηκαν. Την περίοδο αυτή την Ιερισσό την εκπροσωπούσαν οι: Ιωάννης Μαρίνος, Νικόλαος Πάππας και ο Ιωάννης Γ. Τιρτιλίνης. Μεσολαβητής ανάμεσα στις δύο πλευρές ήτανε ο Παπά Ιωάννης Παλιούρας. 

Το πρόβλημα της Αλαδιάβας το κληρονόμησε και η νέα Ελληνική διοίκηση, από το Νοέμβριο ακόμη του 1912. Οι διενέξεις συνεχίστηκαν ως τη Μικρασιατική καταστροφή. Τότε η άμεση ανάγκη στέγασης και αποκατάστασης των προσφύγων ανάγκασε την Ελληνική κυβέρνηση να προχωρήσει σε γρήγορες και συνοπτικές διαδικασίες για την επίτευξη του σκοπού αυτού. Σε εφαρμογή του ΝΔ. της 8.4.1924 συντάχθηκε και τυπώθηκε στις 18.4 του 1924 το υπ’ αριθμό 81016 «Μισθωτήριον των εν Χαλκιδική αγιορείτικων μετοχίων» όπου οι μονές εκμισθώνουν τα μετόχια τους για μια δεκαετία προς εγκατάσταση σε αυτά προσφύγων και προς ίδρυση συνοικισμών. Η ενοικίαση αυτή, που κατέληξε ουσιαστικά σε απαλλοτρίωση, είχε ισχύ έως τις 30-9-1934. 

Τα δίκαια των Ιερισσιωτών στα κτήματα της Αλαδιάβας δεν αναγνωρίστηκαν. Συμπεριλήφθηκαν κι αυτά στην ενοικίαση και θεωρήθηκαν ότι ανήκαν στο Ιβηρίτικο μετόχι, τα Πυργούδια, που με τη νέα προσθήκη απέκτησε έκταση 9000 στρεμμάτων. Το μετόχι αυτό, ωστόσο, απαλλοτριώθηκε οριστικά με την απόφαση 35/1932. Με την ίδια απόφαση απορρίφθηκαν οριστικά οι ενστάσεις των κατοίκων της Ιερισσού που αφορούσαν τα κτήματά τους στην Αλαδιάβα. Ενδεικτικά από το 1926 ως το 1930 οι μοναχοί κέρδισαν από τα μισθώματα του ενιαίου πια μετοχιού Πυργούδια- Λαδιάβας 93.0619 δρχ. Ποσό μεγάλο για τα δεδομένα της εποχής.

Οι Λαδιαβίτες έτσι έμειναν ακτήμονες αφού τα κτήματά τους διατέθηκαν στους πρόσφυγες των Ν. Ρόδων. Η αδικία αποκαταστάθηκε εν μέρει το 1936 με την παραχώρηση στους Ιερισσιώτες ακτήμονες, 200 στρεμμάτων σε άγονη τοποθεσία της Αλαδιάβας. Την παραχώρηση την έκανε ο τότε γενικός διοικητής της Μακεδονίας κ. Ν. Τσίπουρας. Την ίδια εποχή παραχωρήθηκαν και στην Κομίτσα κτήματα σε ακτήμονες Ιερισσιώτες.

Μ’ αυτόν τον τρόπο έληξαν οι αιώνιες διαμάχες των Ιερισσιωτών με τους γείτονες τους Αγιορείτες. Άρχισαν για κτηματικές διαφορές το 883μ.χ και τελείωσαν το 1936!!! (ή μήπως συνεχίζονται ακόμη με την υπόθεση του Βατοπεδίου;) 
-------------------------------------------------------------------
i Την εντόπισε ο αρχαιολόγος Ιωακείμ Παπάγγελος. 
ii Dolger, Prakt. A, 270. 


iv A. Fotic, Sveta Gora i Hilandar u Osmanskom carstvu XV-XVII vek, σελ. 278). 

v Την εποχή που εξετάζουμε η λέξη ΄ήρως΄ είχε την αρνητική σημασία του ένοπλου ληστή. 

vi Ι. Παπάγγελου, ειδήσεις για τα Ιβηρίτικα μετόχια της Ιερισσού, Βυζαντινά τομ.132σελ. 1609 , πρβλ ιδίου στο βιβλίο “Χαλκιδική” της Ι.Κ Ορμύλιας 2002, σ.160 και Uspenskij, III1, σ. 315. 

viiΙωάννου Α. Αποστολίδου, Οι Παυλοκαταραμένοι της Ιερισσού, Χρονικά της Χαλκιδικής, τεύχος 2, Θεσσαλονίκη 1961. 

viii Ιωάννου Α. Αποστολίδου, Άκανθος, Ερισσός- Ιερισσός και Αγιορείτες . 

Επικουρική βιβλιογραφία: 
  • Το Άγιον Όρος κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου, Δ. Μουζάκη, Αθήνα 2008. 
  • Χωρικοί και Μοναχοί στην Οθωμανική Χαλκιδική, τόμος πρώτος, Ηλίας Α. Κολοβός, Θεσσαλονίκη 2000. 
  • Χαλκιδική, η εξέλιξη του οικιστικού δικτύου κατά την περίοδο 1912- 1960, Μαρίας Λιλιμπάκη Σπυροπούλου, Πολύγυρος 2004. 
  • Ο Αθωνικός μοναχισμός, Διονυσία Παπαχρυσάνθου, Μ. Ι. Ε. Τ Αθήνα 1992. 
  • Κατεπανίκια της Μακεδονίας, Γεωργίου Θεοχαρίδη, Ε. Μ. Σ. Θεσσαλονίκη 1954 
  • Χαλκιδική, Ι. Κ Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, Ορμύλια 2002, Ι. Α. Παπαγγέλου: Ο Παρθένιος Τζέπελης. 
  • Βυζαντινά, τόμος 132 Θεσσαλονίκη 1985, Ι.Α.Παπαγγέλου: Ειδήσεις για τα Ιβηρίτικα μετόχια της Ιερισσού. 
  • Το Άγιον Όρος (Άθως) διά μέσου των αιώνων, Ιωάννου Π. Μαμαλάκη, Ε. Μ. Σ Θεσσαλονίκη 1971. 
  • Sveta Gora i Hilandar u Osmanskom carstvu XV- XVII vek, Aleksandar Fotic, Beograd 2000. 

* Ο Χρήστος Καραστέργιος είναι υποψήφιος Δημοτικός Σύμβουλος στο "Κίνημα Ανάπτυξης" με τον Γιάννη Μίχο

Δημοσιεύτηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό " Χαλκιδέων Πολιτεία"
Θα το διαβάσετε στη διεύθυνση:

1 σχόλιο:

  1. Πολύ κατατοπιστική η παρουσίαση. Λείπουν παρόμοιες μελέτες για τον τόπο μας. Κι' έχουμε τόσους ιστορικούς και φιλολόγους που αντιδικούν για . . .ημερομηνίες . . .
    Βαγγέλης Μαυροδής

    ΑπάντησηΔιαγραφή